Μια γενιά χωρίς δουλειά και ελπίδα

Γράφει ο Θανασης Zεκεντες

(Οικονομολόγος)

Το μέλλον κάθε κοινωνίας είναι η γενιά που έρχεται. Μια γενιά μπορεί να απογειώσει μια χώρα ή να τη βυθίσει στην παρακμή.

Η μεταπολεμική γενιά αντιμετώπισε δύσκολες συγκυρίες. Οι νέοι του ’50 ξεκίνησαν τη ζωή τους σε μια κατεστραμμένη χώρα από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, όπου η οικονομική ανέχεια ήταν κυρίαρχη. Χιλιάδες απ’ αυτούς βρήκαν διέξοδο στη μετανάστευση. Η οικονομική κατάσταση της χώρας βελτιώθηκε στη δεκαετία του ’60, οπότε και η Ελλάδα πέτυχε τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης στην Ευρώπη.

Η γενιά του Πολυτεχνείου ένιωσε την καταπίεση της δικτατορίας και αγωνίστηκε για περισσότερα δικαιώματα και ελευθερίες.

Οι δύο αυτές γενιές ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας στη μεταπολίτευση.

Η πρώτη γενιά έχοντας σύνδρομα ανέχειας δημιούργησε ένα κράτος «πατερούλη», που αναλάμβανε τη συνέχιση λειτουργίας χρεοκοπημένων ιδιωτικών εταιρειών για να μην χάσουν τη δουλειά τους οι εργαζόμενοι και επιδοτούσε κάθε ιδιωτική επενδυτική πρωτοβουλία. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε στρέβλωση στην αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού της χώρας, καθώς υπήρχαν εργαζόμενοι που παρήγαν προϊόντα στα οποία η χώρα δεν ήταν ανταγωνιστική και παράλληλα έμαθαν τους Eλληνες επιχειρηματίες να είναι εξαρτώμενοι από το κράτος, χωρίς εξωστρέφεια και ανάληψη πραγματικού επιχειρηματικού ρίσκου. Με τον τρόπο αυτό ξεκίνησαν την υπερχρέωση της χώρας, καθώς στα 37 χρόνια της μεταπολίτευσης δεν υπάρχει ούτε ένας χρόνος που η Ελλάδα να μην είχε δημοσιονομικό έλλειμμα!

Η γενιά του Πολυτεχνείου έχοντας την αντίληψη ότι το κράτος είναι δυνάστης πέρασε επιτυχώς την αντίληψη ότι είναι αποδεκτό να μην καταβάλλουμε φόρους στο κράτος, διότι δεν μας παρέχει τις υπηρεσίες που θα έπρεπε. Οι Eλληνες στο όνομα των «δικαιωμάτων» τους ανακάλυψαν παραθυράκια φοροδιαφυγής και ο Eλληνας που πλήρωνε φόρους θεωρούνταν ανόητος. Το αποτέλεσμα ήταν μισθωτοί και συνταξιούχοι να καταβάλουν το μεγαλύτερο ποσοστό των φορολογικών εσόδων της χώρας.

Αν η μεταπολεμική γενιά συνέβαλε στην αύξηση των δημοσίων δαπανών τότε η γενιά της μεταπολίτευσης ήταν αυτή που συνέβαλε στη μείωση των φορολογικών εσόδων. Η κάθε γενιά λειτούργησε με βάση τα σύνδρομά της σε βάρος όχι μόνο της χώρας, αλλά κυρίως σε βάρος της σημερινής γενιάς. Μιας γενιάς χωρίς δουλειά και ελπίδα, με ανασφάλεια και άγχος.

Η μεταπολεμική γενιά και η γενιά του Πολυτεχνείου εξασφάλισαν απευθείας υπεράριθμες προσλήψεις στο Δημόσιο, σταθερές θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα επιδοτούμενες απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, υψηλές αμοιβές, αξιοπρεπείς συλλογικές συμβάσεις χωρίς αξιολόγηση αποδοτικότητας, πρόωρες και ικανοποιητικές συντάξεις. Oλα αυτά έγιναν σε βάρος του Δημοσίου, το οποίο υπερχρεώθηκε, υπονομεύοντας με το τεράστιο δημόσιο χρέος τη νέα γενιά.

Η σημερινή γενιά διαθέτει περισσότερες γνώσεις και δεξιότητες από κάθε προηγούμενη. Eχει μεγαλώσει χωρίς να στερηθεί τίποτα και χωρίς να έχει αντιμετωπίσει ανέχεια και ανελευθερία. Eχει ζήσει καλά και είναι εντελώς απροετοίμαστη για τη σκληρή πραγματικότητα της ανεργίας, των ελαστικών σχέσεων απασχόλησης, της ετεροαπασχόλησης και της υπεραπασχόλησης.

Μια γενιά χωρίς ελπίδα, με άγχος και ανασφάλεια, μπορεί να σταθεί αντάξια της πρόκλησης της εποχής μας?

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Την ανάρτηση έκανε ο ΑΓΡΥΠΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ
Advertisements

Υποβολή σχολίου (ακόμη και ανώνυμα ως Guest). Τα στοιχεία που ακολουθούν είναι προαιρετικά.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s