Σπάνιες ξένες γλώσσες ως σανίδα σωτηρίας

Εργαζόμενοι, άνεργοι και φοιτητές επιδιώκουν ένα πλεονέκτημα στο βιογραφικό ή ένα «διαβατήριο» για μετανάστευση

Της Ιωαννας Φωτιαδη

Ως «έξοδο σωτηρίας» από την κρίση βλέπουν πολλοί Ελληνες την εκμάθηση μιας ακόμα ξένης γλώσσας- και δη μιας σπάνιας.

Κινεζικά, αραβικά, τουρκικά, ρωσικά και σουηδικά έχουν φέτος την τιμητική τους, καθώς πληθαίνουν οι ενδιαφερόμενοι που κάθονται- αν και ενήλικες πια- στα θρανία, για να αποκτήσουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για το βιογραφικό τους ή ακόμα και το «διαβατήριο» για να μεταναστεύσουν. «Ακόμα και τώρα στα μέσα της σχολικής χρονιάς ανοίξαμε δύο επιπλέον τμήματα σουηδικών και αραβικών λόγω της πρωτοφανούς ζήτησης», αναφέρει στην «Κ» ο κ. Δημήτρης Σιούντρης, διευθυντής του Siountris School.

Κατά δεκάδες συρρέουν οι ενήλικες στα τμήματα των σουηδικών, καθώς η σκανδιναβική χώρα θεωρείται ίσως η κατ’ εξοχήν χώρα της ευρωπαϊκής ηπείρου που προσφέρει στους κατοίκους της ποιότητα ζωής. «Οι μαθητές μου φέτος διπλασιάστηκαν» αναφέρει η καθηγήτρια σουηδικών κ. Αλεξία Μπούκα, «πέρα από τους γιατρούς που τα τελευταία χρόνια φεύγουν για ειδικότητα στη Σουηδία, τη γλώσσα μαθαίνουν πτυχιούχοι οικονομικών, θετικών επιστημών και media. Συνήθως φθάνουν στο βασικό επίπεδο (αντίστοιχο lower) και μετά συνεχίζουν τη γλώσσα στη Σουηδία, όπου διδάσκεται δωρεάν στους ξένους». Οι μαθητές γνωρίζουν καλά αγγλικά, έτσι δεν «τα βρίσκουν σκούρα» με τα σουηδικά. «Η προφορά είναι ιδιαίτερη, αλλά η γραμματική και το συντακτικό είναι βατά», αναφέρει η 30χρονη εκπαιδευτικός Σοφία, που θέλει να πάρει απόσπαση στη Σουηδία. «Μαθαίνω τα σουηδικά για να έχω ένα επιπλέον εφόδιο», λέει ο 22χρονος φοιτητής Πληροφορικής Ανδρέας Λύτης. «Εχω τη σουηδική υπηκοότητα και θα ήταν κρίμα να μη μιλάω τη γλώσσα».

«Φέτος έχω σαράντα μαθητές μέχρι και 45 ετών» λέει ο καθηγητής αραβικών κ. Ασάμ Σαΐντ. «Πρόκειται κυρίως για τραπεζικούς, μηχανικούς, εκπαιδευτικούς, που ενδιαφέρονται να μεταναστεύσουν για μια καλύτερη δουλειά στο Κατάρ και το Ντουμπάι». Αλλοι ενδιαφέρονται για το διπλωματικό σώμα ή έχουν Αραβες συγγενείς.

Μεγάλη προσέλευση σημειώνεται και στα ρωσικά. «Οταν ξεκίνησα να διδάσκω στο φροντιστήριο το 1998 είχαμε δύο τμήματα των δύο μαθητών», θυμάται η καθηγήτρια κ. Ολγα Κεσίδου. «Σήμερα έχουμε 12 τμήματα με τέσσερις έως οκτώ μαθητές, όπως και επιπλέον τμήματα για παιδιά δημοτικού». Οι περισσότεροι είναι τραπεζικοί, φοιτητές ή απασχολούνται στα ναυτιλιακά. Ωστόσο, τα ρωσικά απαιτούν υπομονή και επιμονή. «Ο πρώτος μήνας είναι το crash test, όποιος αντέξει, μένει» αναφέρει γελώντας η κ. Σοκίδου. «Φέτος αποχώρησαν μόνο δύο μαθητές, επειδή έχασαν τη δουλειά τους». Παράλληλα με το μεταπτυχιακό και την εργασία της, μαθαίνει ρωσικά και τουρκικά η 24χρονη Λίλα Κατσιγίνη. «Σκοπεύω να τις τελειοποιήσω», δηλώνει αποφασισμένη, «θα μου άρεσε να δουλέψω στη Ρωσία, μου ταιριάζει η κουλτούρα τους». Ακόμα όμως και αν δεν ξενιτευτεί, οι ξένες γλώσσες θα είναι πάντα το «βαρύ πυροβολικό» του βιογραφικού της.

Ταλαντούχοι
Ψηλά στις προτιμήσεις των ενηλίκων παραμένουν τα τουρκικά. «Τα πρώτα χρόνια έδωσαν εξετάσεις για την πιστοποίηση γλωσσομάθειας πολλοί Ελληνες από την Πόλη» αναφέρει η κ. Τίνα Ζωγοπούλου, διευθύντρια του Ελληνοτουρκικού Κέντρου Γλώσσας και Πολιτισμού. Δύο μήνες ήταν αρκετοί για την εκπαιδευτικό κ. Μαρία Τσιροπούλου για να πάρει την επάρκεια. «Ηρθα στην Αθήνα στο δημοτικό και από τότε διατήρησα ένα πολύ καλό επίπεδο στα τουρκικά, μόνο η γραμματική μου ήθελε “φρεσκάρισμα”». Τα τελευταία, βέβαια, χρόνια οι μαθητές του κέντρου είναι περισσότερο νέοι, που θέλουν να εμπλουτίσουν το βιογραφικό τους και να γνωρίσουν τη γείτονα. «Μέσα σε πέντε χρόνια έχουν διπλασιαστεί οι ενδιαφερόμενοι», σημειώνει η καθηγήτρια τουρκικών κ. Zeynep Alnpabairak, «παλιοί μου μαθητές εργάζονται ήδη σε ελληνικές τράπεζες στην Τουρκία». Στο πλαίσιο του μαθήματος η συζήτηση εστιάζεται στην καθημερινή ζωή και όχι στην πολιτική. «Με ρωτούν για συνταγές φαγητών, νομίζουν ότι όλες οι Τουρκάλες είναι καλές νοικοκυρές, αλλά αυταπατώνται», σχολιάζει γελώντας η καθηγήτρια. «Είστε ταλαντούχοι στην εκμάθηση ξένων γλωσσών», καταλήγει.

Η Σουηδία γέμισε Ελληνες
Ελληνικά ακούγονται όλο και περισσότερο στη Σουηδία, μαρτυρώντας το κύμα μετανάστευσης στη σκανδιναβική χώρα. «Το περασμένο καλοκαίρι συμμετείχα σε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών Ιατρικής στο Γκέτεμποργκ», θυμάται ο 24χρονος Δημήτρης Οικονόμου, που μαζί με τα τελευταία μαθήματα στην Ιατρική μαθαίνει εντατικά σουηδικά. «Ημουν στον κλάδο της καρδιοχειρουργικής και από την πρώτη μέρα με έβαλαν μέσα σε χειρουργείο by pass, να παρακολουθώ και να κάνω τα ράμματα μαζί με τους νοσηλευτές – πράγμα ανήκουστο για ελληνικά δεδομένα». Ο Δημήτρης θα κάνει αίτηση για την ειδικότητα γαστρεντερολογία – ηπατολογία (που δεν υπάρχει στη χώρα μας). «Δεν ξέρω αν θα αντέξω να μείνω για πάντα». Ο μέσος χρόνος αναμονής για τη γαστρεντερολογία στην Ελλάδα είναι πέντε χρόνια. «Για κάθε θέση ειδικότητας που ανοίγει στη Σουηδία κάνουν αίτηση πέντε Σουηδοί και εξήντα Ελληνες», αναφέρει, «σε κάθε τμήμα του νοσοκομείου εργάζονται τουλάχιστον δύο Ελληνες γιατροί».

«Αν πάω καλά, θα στείλω αιτήσεις σε εταιρείες στην Τουρκία»
«Είχα πει παλιότερα ότι με τις ξένες γλώσσες είχα τελειώσει», θυμάται η 30χρονη Στέλλα, που γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά. Ποτέ μη λες ποτέ, όμως… Οταν στα τέλη Σεπτεμβρίου η Στέλλα έχασε τη δουλειά της, τα είδε όλα «αλλιώς». «Σκούπισα τα μάτια μου και πήγα κατευθείαν σε ένα μεγάλο φροντιστήριο. Δεν ήξερα ποια από τις εξωτικές γλώσσες να διαλέξω, αλλά τελικά έκανα αίτηση στα Tουρκικά. Είπα στη “χειρότερη περίπτωση θα μεταφράζω τουρκικά σίριαλ”».

Οι αναστολές της ήταν πολλές. «Φοβόμουν ότι δεν θα είχα το κουράγιο και τη συγκέντρωση», επισημαίνει, «πολλοί με πέρασαν για τρελή, “τώρα στα γεράματα το θυμήθηκες;”. Τα Tουρκικά έμοιαζαν με μια περιττή πολυτέλεια, δεδομένων και των οικονομικών μου». Τώρα, όμως, η Στέλλα περιμένει με ανυπομονησία μικρού παιδιού την ώρα του μαθήματος. «Χαλαρώνω και εξασκώ τον νου μου, αφήνω τα προβλήματα έξω από την τάξη».

Τελικά, η Στέλλα έγινε το «αστέρι» της τάξης. «Κατ’ αρχάς, τα Tουρκικά μου φαίνονται εύκολα», σχολιάζει, «στο ένα τρίτο των λέξεων, αν αλλάξω λίγο τον επιτονισμό ή την κατάληξη –όπως στον παρά, το ντουβάρι, το καλέμι, βρίσκω μια γνωστή μου λέξη». Η γλώσσα μοιάζει με βάρκα που την περνάει στην άλλη πλευρά. «Εχω αρχίσει να ενδιαφέρομαι συνολικά για τη χώρα, να διαβάζω βιβλία για τα Eλληνοτουρκικά», αναφέρει «αν, μάλιστα, πάω καλά στις εξετάσεις, θα στείλω αιτήσεις σε εταιρείες στην Τουρκία».

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/1/2011

Advertisements